- φλέγματα
- φλέγμαflameneut nom/voc/acc pl
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.
επαναχρέμπτομαι — ἐπαναχρέμπτομαι (Α) (αποθ.) με τον βήχα βγάζω φλέγματα, φτύνω φλέγματα … Dictionary of Greek
αιματηρός — ή, ό (Α αἱματηρός, όν και ός, ά, όν) νεοελλ. 1. αυτός που είναι γεμάτος ή που περιέχει αίμα (π. χ. φλέγματα ή κόπρανα) ή που αιμορραγεί (τραύματα) 2. (για συμπλοκές, ατυχήματα κ.λπ.) αιματοβαμμένος, φονικός, θανατηφόρος 3. επίμοχθος, σκληρός,… … Dictionary of Greek
αναφορικός — ή, ό (Α ἀναφορικός, ή, όν) [αναφορά] 1. εκείνος που αναφέρεται σε κάτι, που σχετίζεται με κάτι 2. (Γραμμ.) (για αντωνυμίες, προτάσεις, επιρρήματα) αυτός που αναφέρεται σε κάτι προηγούμενο αρχ. 1. ο σχετικός με την ανατολή των αστέρων 2. αυτός που … Dictionary of Greek
αποφλεγματίζω — ἀποφλεγματίζω (Α) (για φάρμακα) συντελώ στο να διαλυθούν και να βγουν τα φλέγματα … Dictionary of Greek
αποφλεγματισμός — (Α ἀποφλεγματισμός), ο η απαλλαγή από τα φλέγματα … Dictionary of Greek
εκχρέμπτομαι — ἐκχρέμπτομαι (Α) με απόχρεμψη* βγάζω πτύελα ή φλέγματα, αποπτύω, αποχρέμπτομαι … Dictionary of Greek
επαναχρεμπτήριος — ἐπαναχρεμπτήριος, ον (Α) αυτός που προκαλεί επανάχρεμψη, απόπτυση, αποβολή φλεγμάτων. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ανα χρέμπτομαι «βήχω και βγάζω φλέγματα» + κατάλ. ήριος] … Dictionary of Greek
επιχρέμπτομαι — ἐπιχρέμπτομαι (Α) αποδοκιμάζω φτύνοντας με αηδία («ἐπιχρέμπτου τοῑς λεγομένοις»). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + χρέμπτομαι «φτύνω, βγάζω φλέγματα»] … Dictionary of Greek
ξεροβήχω — 1. βήχω χωρίς να βγάζω φλέγματα, ενοχλούμαι από ξερό βήχα 2. βήχω επίτηδες για να προκαλέσω την προσοχή κάποιου ή για να επισημάνω κάτι σε κάποιον («από την πόρτα σου περνώ, βήχω και ξεροβήχω...») … Dictionary of Greek
ξεροχαλίζομαι — αποβάλλω φλέγματα, αποχρέμπτομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξ(ε) * + ρόχαλο «φλέγμα»] … Dictionary of Greek